Η ιστορία ενός Έλληνα πρωτοπόρου

    Η ιστορία ενός Έλληνα πρωτοπόρου

    Ο πατέρας μου, Θεόδωρος Κατσιμαλής, γεννήθηκε στο Καρνάσι (Πράσινο) της Μεσσηνίας στις 19 Απριλίου 1896. Οι γονείς του ήταν ο Φώτης Κατσιμαλής και η Αγγέλα Σπηλιοπούλου. Ένα χρόνο αργότερα γεννήθηκε ο αδελφός του Πέτρος, αλλά η μητέρα τους πέθανε στη γέννα. Ο πατέρας τους πέθανε δύο μήνες αργότερα από φυματίωση, αφήνοντας τα δύο αγόρια ορφανά. Ένας συγγενής ανέλαβε να τα μεγαλώσει. Η ανατροφή των παιδιών ήταν πολύ δύσκολη, με δεδομένες τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στην Ελλάδα.

    Ο πατέρας ήταν περίπου 16 ετών όταν ταξίδεψε με πλοίο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο εξαδελφός του, ο Χρήστος Βαρβάκος, χρηματοδότησε όλο το ταξίδι του μέχρι την Γιούτα. Μετά την άφιξή του στην Γιούτα βρήκε δουλειά στα ορυχεία, στους σιδηροδρόμους, και στα αγροκτήματα. Δούλευε σκληρά, και ποτέ δεν έμεινε άνεργος. Ο αδελφός του κατατάχθηκε στο ελληνικό στρατό και σκοτώθηκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1918, προτού προλάβει να έρθει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

    Στον ίδιο πόλεμο, ο πατέρας κατατάχθηκε στο στρατό των ΗΠΑ και υπηρέτησε στην Ευρώπη. Τραυματίστηκε στο χέρι, και έλαβε το μετάλλιο ανδρείας “Purple Heart”, ενώ απέκτησε και την ιδιότητα του πολίτη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

    Μετά το γυρισμό του, γνώρισε την Ίρμα Χέηζελ Γουίλκινσον σε ένα χορό μίας τοπικής εκκλησίας στο Orem της Γιούτα, και στις 23η Αυγούστου 1921 οι δύο τους παντρεύτηκαν.

    Έκαναν συνολικά δέκα παιδιά, εφτά γιούς και τρείς κόρες. Ο όνομα του πατέρα μου αλλάχτηκε σε Dan Kallas, ένα Αγγλικό αντίστοιχο για το Ελληνικό του όνομα, και έτσι τα παιδιά τους πήραν το όνομα Kallas.

    Ως νεόνυμφοι, συνέχισαν να πηγαίνουν στις δραστηριότητες της τοπικής εκκλησίας. Η Ίρμα ήταν μέλος της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών. Μαζί αγόρασαν στο Όρεμ ένα αγρόκτημα δεκαπέντε στρεμμάτων, στο οποίο καλλιεργούσαν δέντρα και εξέτρεφαν ζώα. Γνώριζαν όλους όσους ήταν σε μεγάλη ανάγκη κατά τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης και μοιράζονταν την παραγωγή τους.

    Ο πατέρας βαπτίστηκε και επικυρώθηκε στην Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών στις 23 Μαΐου 1954. Ήταν καλός και εργατικός πατέρας και δίδαξε σε όλα του τα παιδιά την αξία της εργασίας.

    Απεβίωσε στις 27 Ιανουαρίου 1978 στην Καλιφόρνια από καρκίνο στον πνεύμονα. Είναι θαμμένος στο νεκροταφείο της πόλης της Πρόβο μαζί με τη γυναίκα του και τρεις γιούς του.