Παραλείψτε κύρια πλοήγηση

Διαδοχή στην Προεδρία της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών

Quorum of 12

Το ανώτατο ιεραρχικώς κυβερνών σώμα στην Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών είναι η Πρώτη Προεδρία, αποτελούμενη από τον πρόεδρο και τους δύο συμβούλους του. Αυτό το εκ τριών ανδρών αποτελούμενο σώμα επιβλέπει το έργο ολόκληρης της Εκκλησίας επί παντός θέματος πολιτικής γραμμής, οργάνωσης και διοίκησης.

Το δεύτερο ανώτατο προεδρεύον σώμα στη διοίκηση της Εκκλησίας είναι η Απαρτία των Δώδεκα Αποστόλων. Οι Απόστολοι υπηρετούν υπό τη διεύθυνση της Πρώτης Προεδρίας και έχουν επίμοχθες διοικητικές ευθύνες να επιβλέπουν τη μεθοδική πρόοδο και ανάπτυξη της Εκκλησίας ανά τον κόσμο. Η Πρώτη Προεδρία και οι Δώδεκα Απόστολοι θεωρούνται από τους Αγίους των Τελευταίων Ημερών ως προφήτες, οι οποίοι λαμβάνουν θεία αποκάλυψη και έμπνευση προς καθοδήγηση της Εκκλησίας.

Ο διορισμός ενός νέου προέδρου της Εκκλησίας λαμβάνει χώρα κατά μεθοδικό τρόπο, διά του οποίου --αξιοσημείωτο στον σημερινό κόσμο-- αποφεύγεται οιονδήποτε ίχνος εσωτερικών παρασκηνιακών κινήσεων για θέση ή αξίωμα. Θεωρούμενη από τα μέλη ως μία θεία αποκεκαλυμμένη διαδικασία, είναι απαλλαγμένη κάθε εκλογικής διαδικασίας είτε παρασκηνιακώς είτε δημοσίως.

Επιπλέον, δεν είναι αποκλειστικώς η δομή της οργάνωσης της Εκκλησίας, η οποία κατευθύνει αυτήν τη διαδικασία. Υπάρχει, επίσης, μία βαθιά εμφυτευμένη παράδοση στην Εκκλησία ότι η προσωπική φιλοδοξία για ηγεσία σε οιονδήποτε επίπεδο είναι ανάρμοστη. Αντίθετα, δίδεται έμφαση στην προσωπική αξία και σε μία ταπεινή προθυμία προς υπηρέτηση, όταν προσκληθεί κάποιος.

Όταν ο πρόεδρος της Εκκλησίας αποδημήσει, λαμβάνουν χώρα τα ακόλουθα:

1. H Πρώτη Προεδρία διαλύεται αυτομάτως.

2. Οι δύο σύμβουλοι στην Πρώτη Προεδρία επανέρχονται στις θέσεις αρχαιότητός τους στην Απαρτία των Δώδεκα Αποστόλων. Η αρχαιότης προσδιορίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία ένα άτομο χειροτονήθηκε στους Δώδεκα και όχι από την ηλικία.

3. Η Απαρτία των Δώδεκα Αποστόλων, αριθμούσα τώρα 14 άτομα, με επικεφαλής τον αρχαιότερο απόστολο, αναλαμβάνει την ηγεσία της Εκκλησίας.

4. Ο αρχαιότερος απόστολος προεδρεύει σε μία συγκέντρωση της Απαρτίας των Δώδεκα για να μελετήσει δύο εναλλακτικές προτάσεις:

    i. Θα πρέπει η Πρώτη Προεδρία να αναδιοργανωθεί κατά την παρούσα στιγμή;

    ii. Θα πρέπει η Εκκλησία να εξακολουθήσει να λειτουργεί υπό την προεδρία της Απαρτίας των Δώδεκα;

5. Κατόπιν συζητήσεως, διατυπώνεται μία επίσημη πρόταση δράσης και γίνεται αποδεκτή από την Απαρτία των Δώδεκα Αποστόλων.

6. Εάν περάσει μία πρόταση δράσης προς αναδιοργάνωση της Πρώτης Προεδρίας, η Απαρτία των Δώδεκα ομόφωνα επιλέγει τον νέο πρόεδρο της Εκκλησίας. Ο νέος πρόεδρος επιλέγει δύο συμβούλους και οι τρεις αυτοί γίνονται η νέα Πρώτη Προεδρία. Σε ολόκληρη την ιστορία της Εκκλησίας, ο επί μακρότερον υπηρετήσας απόστολος γινόταν πάντοτε ο πρόεδρος της Εκκλησίας, όταν αναδιοργανώνετο η Πρώτη Προεδρία.

7. Μετά την αναδιοργάνωση της Πρώτης Προεδρίας, ο δεύτερος απόστολος ο οποίος έχει υπηρετήσει επί μακρότερον, υποστηρίζεται ως ο πρόεδρος της Απαρτίας των Δώδεκα. Όταν ο δεύτερος επί μακρότερον υπηρετήσας απόστολος έχει επίσης κληθεί στην Πρώτη Προεδρία ως σύμβουλος, ο τρίτος επί μακρότερον υπηρετήσας απόστολος γίνεται αναπληρωτής πρόεδρος των Δώδεκα.

8. Ο πρόεδρος της Απαρτίας των Δώδεκα, μαζί με τους υπόλοιπους αποστόλους, ξεχωρίζει* τον νέο πρόεδρο της Εκκλησίας μέσω εθιμοτυπικής χειροθεσίας.

Από τότε που η Εκκλησία οργανώθηκε επίσημα στις 6 Απριλίου 1830, υπήρξαν 16 πρόεδροι, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου Τόμας Μόνσον.

*Μετά την αποδοχή της κλήσης να υπηρετήσουν σε μία θέση, τα μέλη της Εκκλησίας «ξεχωρίζονται» να το πράξουν. Αυτό γίνεται συμφώνως προς τη βιβλική πρακτική της χειροθεσίας. Ένας ηγέτης της ιεροσύνης θέτει τα χέρια του επί της κεφαλής του ατόμου το οποίο ξεχωρίζεται και προσφέρει μία προσευχή, μεταβιβάζοντας στο άτομο την εξουσία και την δυνατότητα να επιτελέσει τα καθήκοντα της θέσης και παρέχοντας μία προσωπική ευλογία.